Φλεβική θρόμβωση

Σημαίνει ύπαρξη θρόμβου στο φλεβικό δίκτυο. Η παθοφυσιολογία της φλεβικής θρόμβωσης αναφέρθηκε στην κλασική περιγραφή από τον Virchow ως αποτέλεσμα δράσης τριών παραγόντων : της φλεβικής στάσης, του τραυματισμού του φλεβικού ενδοθηλίου και της υπερπηκτικότητας του αίματος.

Η στάση ή η επιβράδυνση της ροής του φλεβικού αίματος έχει αναγνωριστεί σήμερα ως παράγοντας φλεβικής θρόμβωσης. Ο τραυματισμός του φλεβικού ενδοθηλίου ως αιτιολογικός παράγοντας φλεβικής θρόμβωσης είναι ιδιαίτερα πιθανός, αλλά όχι απόλυτα αποσαφηνισμένος. Η υπερπηκτικότητα του αίματος είναι η παθοφυσιολογική εκείνη κατάσταση κατά την οποία η ομοιόσταση μεταξύ δύο ανταγωνιστικά δρώντων συστημάτων (σύστημα ευόδωσης της πήξης και σύστημα ινωδόλυσης) διαταράσσεται προς την κατεύθυνση της ευόδωσης της πήξης του αίματος.

Προδιαθεσικοί παράγοντες :

• Φύλο : οι γυναίκες παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα θρόμβωσης σε σχέση με τους άνδρες, ιδίως σε ηλικία κάτω των 50 ετών
• Ομάδα αίματος : η συχνότητα βρέθηκε υψηλότερη σε άτομα της ομάδας Α και χαμηλότερη στην ομάδα Ο.
• Ηλικία : μεγαλύτερη συχνότητα σε μέσης και προχωρημένης ηλικίας άτομα.
• Πολυκυτταραιμία
• Προηγηθέντα θρομβοεμβολικά επεισόδια : λογω των αποφρακτικών αλλοιώσεων στο εν τω βάθει φλεβικό δικτύο από την προηγηθείσα φλεβική θρόμβωση προκαλείται επιβράδυνση της ροής και λίμναση του αίματος προδιαθέτουσα σε νέα θρόμβωση.
• Κλινοστατισμός και ακινησία των σκελών : προκαλεί φλεβική στάση.
• Καρδιοπνευμονική νόσος
• Παχυσαρκία : αυξάνει τη συχνότητα λόγω της ελαττωμένης κινητικότητας και ορισμένων αιματολογικών διαταραχών όπως η αύξηση των λιποειδών του αίματος και η ελάττωση δραστικότητας του ινωδολυτικού μηχανισμού.
• Η αρτηριακή ανεπάρκεια των κάτω άκρων : οδηγεί σε ελαττωμένη φλεβική ροή προδιαθέτουσα σε θρόμβωση.
• Κακοήθης νόσος : περίπου 30% των νοσηλευομένων ασθενών με φλεβική θρόμβωση εμφανίζουν ενδοκοιλιακή ή ενδοκράνια κακοήθη νόσο.
• Εποχιακή επίδραση : αύξηση της συχνότητας την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Οι φλεβικές θρομβώσεις διακρίνονται σε επιπολής και εν τω βάθει. Η επιπολής φλεβική θρόμβωση είναι νόσος συχνή κυρίως στους ηλικιωμένους και στις εγκύους. Η κλινική της εικόνα χαρακτηρίζεται από τοπικό πόνο και ευαισθησία, ερύθημα, αυξημένη θερμοκρασία της περιοχής του δέρματος καθώς και ψηλαφητή, άλλοτε σκληρή διόγκωση της προβαλλόμενης επιφανειακής φλέβας.

Η επιφανειακή αυτή φλεγμονή που παρατηρείται στην επιπολής φλεβική θρόμβωση οφείλει πάντα να διαφοροδιαγιγνώσκεται από λεμφαγγειίτιδα, ερυσίπελας, αγγειίτιδα και υποδόρια νέκρωση λίπους. Το οίδημα δεν είναι χαρακτηριστικό της επιπολής φλεβικής θρόμβωσης, όταν όμως υπάρχει μπορεί να υποδεικνύει συμμετοχή της θρόμβωσης του εν τω βάθει φλεβικού συστήματος. Η υπερηχογραφική μελέτη αναδεικνύει σε ποσοστό 100% την ύπαρξη θρόμβου και επιβεβαιώνει τη διάγνωση της επιπολής φλεβικής θρόμβωσης. Στη φάση κλινικών παρατηρήσεων , μεγάλος αριθμός παραγόντων έχουν ανιχνευθεί, οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο για εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση. Η περίοδος της εγκυμοσύνης και της λοχείας καθώς και η χρήση αντισυλληπτικών χαπιών θεωρούνται ως ισχυρός παράγοντας δημιουργίας εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης.
Κάθε εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση προκαλεί ένα βαθμό απόφραξης του περιφερικού φλεβικού δικτύου και μία φλεγμονώδη αντίδραση στο αντίστοιχο ενδοθήλιο. Τα συμπτώματα και κλινικά σημεία είναι ο πόνος, το οίδημα, η θερμότητα και η ερυθρότητα. Ο πόνος είναι συνεχής και επιτείνεται κατά την όρθια στάση.

Η πίεση με τα δάκτυλα του εξεταστή της γαστροκνημίας του ασθενούς, ενώ αυτός εκτελεί απότομη ραχιαία κάμψη του άκρου πόδα προκαλεί οξύ άλγος στη γαστροκνημία και το σημείο αυτό –σημείο Homan- ευρίσκεται θετικό στο 50% των περιπτώσεων. Το οίδημα είναι ομότιμο κατά την περιφέρεια του σκέλους και η έντασή του υπολογίζεται σε σύγκριση με το ετερόπλευρο φυσιολογικό σκέλος. Δεδομένης της βαρύτητας της πάθησης και των επιπλοκών της, η διάγνωση πρέπει να τίθεται εκτός της κλινικής εκτίμησης με μία αξιόπιστη μέθοδο προκειμένου να χορηγηθεί άμεσα θεραπεία.

Η μέθοδος εκλογής της διάγνωσης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης των κάτω άκρων είναι το Duplex ή το Triplex υπερηχογράφημα των φλεβών. Ανεξάρτητα από το είδος της θεραπείας που επιλέγεται (νατριούχος ηπαρίνη ή ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους), αυτή θα διαρκέσει 5-7 ημέρες και στη συνέχεια θα χορηγηθεί από του στόματος αντιπηκτική αγωγή διάρκειας 3-6 μηνών.